διασαφήνιση

διασαφήνιση
[-ις (-εως)], διασαφήνισηάφηση [-ις (-εως)] η
1) выяснение, уточнение; 2) пояснение, разъяснение; 3) таможенная декларация

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "διασαφήνιση" в других словарях:

  • διασαφήνιση — η η επεξήγηση, η διευκρίνιση: Η διασαφήνιση των λόγων του διέλυσε την παρεξήγηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασαφήνιση — η (Μ διασαφήνισις, εως) η διασάφηση …   Dictionary of Greek

  • ερμηνεία — η (AM ἑρμηνεία) [ερμηνεύς] 1. εξήγηση, διασαφήνιση, αποσαφήνιση σκοτεινής ή διφορούμενης έννοιας 2. μετάφραση κειμένου 3. μεταγλώττιση από μια γλώσσα σε άλλη 4. (νομ.) η επιστημονική εργασία που γίνεται για να διαγνωστεί η αληθινή βούληση τού… …   Dictionary of Greek

  • άλατα — Στη χημική ορολογία ορίζονται ως ά. χημικές ενώσεις, που το μόριό τους αποτελείται από μέταλλο και από αλατογονικό υπόλειμμα ενός οξέος, δηλαδή από ό,τι μένει όταν από το μόριο ενός οξέος αφαιρεθεί το υδρογόνο. Για να διασαφηνιστεί η σύσταση… …   Dictionary of Greek

  • παράφραση — η / παράφρασις, άσεως, ἡ, ΝΑ [παραφράζω] 1. η έκφραση, η διατύπωση τού ίδιου πράγματος με άλλες λέξεις νεοελλ. 1. η ελεύθερη μεταγλώττιση ενός γραπτού κειμένου κατ έννοια και όχι κατά λέξη, η ελεύθερη απόδοση 2. γλωσσ. εκτενέστερη και πιο σαφής… …   Dictionary of Greek

  • παρέμφαση — η / παρέμφασις, άσεως, ΝΑ [παρεμφαίνω] γραμμ. διασαφήνιση τής σημασίας μιας λέξης με το πρόσωπο, τον αριθμό και την έγκλιση νεοελλ. 1. παρουσίαση με έμμεσο τρόπο, υποδήλωση 2. παρουσίαση τού βαθύτερου, κρυφού νοήματος ενός πράγματος, υπόδειξη αρχ …   Dictionary of Greek

  • παραφραστικός — ή, ό / παραφραστικός, ή, όν, ΝΜΑ [παραφραστής] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην παράφραση ή που γίνεται με παράφραση. επίρρ... παραφραστικῶς Μ με διασαφήνιση, επεξηγηματικά, με άλλες λέξεις …   Dictionary of Greek

  • Βίλαντ, Χάινριχ Ότο — (Heinrich Otto Wieland, Πφόρτσχαϊμ 1877 –Μόναχο 1957).Γερμανός χημικός. Πήρε το δίπλωμά του το 1901 στο Μόναχο, όπου δίδαξε μέχρι το 1953. Πραγματοποίησε έρευνες σε διάφορους τομείς της οργανικής χημείας και ενδιαφέρθηκε για την αντίδραση των… …   Dictionary of Greek

  • Κόουζ, Ρόναλντ — (Ronald Coase, Λονδίνο 1910 –). Άγγλος οικονομολόγος. Σπούδασε στο London School of Economics. Έναν χρόνο πριν από την αποφοίτησή του (1931) ταξίδεψε με υποτροφία στις ΗΠΑ, για να μελετήσει τη δομή των αμερικανικών βιομηχανιών. Από το 1932 έως το …   Dictionary of Greek

  • Μουρ, Τζορτζ Έντουαρντ — (George Edward Moore, Λονδίνο 1873 – Κέιμπριτζ 1958). Άγγλος φιλόσοφος. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ από το 1892 έως το 1898 και δίδαξε στο ίδιο πανεπιστήμιο από το 1911 έως το 1925. Διετέλεσε διευθυντής της φιλοσοφικής επιθεώρησης Mind …   Dictionary of Greek

  • διασάφηση — η 1. η διασαφήνιση: Αυτό που είπες χρειάζεται διασάφηση. 2. γραπτή δήλωση στο τελωνείο με την οποία ζητούμε τον εκτελωνισμό εμπορεύματος που εισάγουμε ή εξάγουμε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»